















|
"Ένα
Τσαμπί Σταφύλι"
της
Μαρίας Γουμενοπούλου
Απο
το βιβλίο " Ο κήπος με τις
ιστορίες " της Γυναικίας
Λογοτεχνικής Συντροφιάς
Μια φορά κι έναν καιρό στα πολύ παλιά χρόνια υπήρχε ένα μικρό χωριό
που το λέγανε Αγαθοχώρι. Στο Αγαθοχώρι όλοι οι άνθρωποι ήταν καλοί κι
αγαπούσαν πολύ ο ένας τον άλλον.
Είχε απ' όλα τα καλά το Αγαθοχώρι, εκτός από αμπέλια και κληματαριές.
Σταφύλι δεν είχαν δει ποτέ στα μάτια τους οι Αγαθοχωρίτες και κρασάκι, που
γίνεται απ' τα σταφύλια, δεν είχανε ποτέ τους πιει.
Μια μέρα ένας γέρος, που πήγε με το γαϊδουράκι του σ' ένα άλλο χωριό, έφερε
γυρίζοντας μια μικρή ρίζα κληματαριά και τη φύτεψε στην αυλή του.
Η κληματαριά μεγάλωσε κι όταν ήρθε ο Αύγουστος είχε κιόλας έτοιμο το πρώτο τσαμπί σταφύλι. Το 'κοψε γεμάτος χαρά ο καλός Αγαθοχωρίτης, το 'πλυνε στη βρυσούλα του, αλλά, πριν το φάει, σκέφτηκε:
- Δεν είναι κρίμα να το φάω μοναχός μου, ενώ μπορώ να καλέσω και το γείτονα μου να το φάμε μαζί; Μια και δυο πλησίασε το φράχτη και φώναξε:
- Γείτονα, έλα να φάμε μαζί το σταφύλι μου.
Ήρθε ο γείτονας χαρούμενος μαζί με τη γυναίκα του, αλλά, πριν αρχίσουν να το τρώνε, είπε η καλή γυναίκα.
- Τι κρίμα να το φάμε μόνοι μας, αφού μπορούμε να καλέσουμε και τους άλλους γείτονες, που έχουν και μικρό παιδί.
Ήρθαν λοιπόν και οι γείτονες οι άλλοι με το παιδί. Εκείνοι με τη σειρά τους σκέφτηκαν τους δικούς τους γείτονες, που 'χαν μάλιστα τρία παιδιά,, ήρθαν κι εκείνοι με τα τρία παιδιά, εκείνοι κάλεσαν άλλους, οι άλλοι άλλους κι έτσι σιγά-σιγά η αυλή του καλού Αγαθοχωρίτη γέμισε ανθρώπους και παιδιά.
|